30
Σεπ
10

η αγάπη θέλει φίλημα και ο πόλεμος τραγούδια…


Η αγάπη θέλει φίλημα και ο πόλεμος τραγούδια…στην κεφαλή λουλούδια και αγάπη στην καρδιά…

Κάτι για να μην ξεχνάμε…

Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον
είμαστε κιόλας νεκροί.

Τάσος Λειβαδίτης


Ο Πάνος Τζαβέλλας έχει μείνει γνωστός για τον αγώνα του στις τάξεις του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, την πορεί α του στο πολιτικό τραγούδι και τη στρατευμένη τέχνη, με την ερμηνεία των πιο γνωστών αντάρτικων τραγουδιών, αλλά και του ύμνου του ΠΑΣΟΚ («Ο ήλιος ο πράσινος»).
Ο Πάνος Τζαβέλας γεννήθηκε το 1925 στην Κοζάνη. Μαθητή του γυμνασίου τον βρίσκει ο παγκόσμιος πόλεμος και εντάσσεται στην ΕΠΟΝ. Τον επόμενο χρόνο βγαίνει στο βουνό με τον ΕΛΑΣ. Ξαναβγαίνει  στο βουνό με το Δημοκρατικό στρατό, όπου τραυματίζεται, συλλαμβάνεται και ακρωτηριάζεται στο δεξί του πόδι.
Από εκεί αρχίζει ο δρόμος για τις φυλακές. Δικασμένος τρεις φορές σε θάνατο, αρρωσταίνει βαριά το 1959 από τη νόσο του Burgen και πηγαίνει στη Σοβιετική Ένωση για θεραπεία. Έμεινε μέχρι το 1965. Αφού θεραπεύτηκε, του δόθηκε η ευκαιρία να σπουδάσει μουσική. Εκεί γνωρίζει και το μεγάλο Ντιμίτρι Σοστακόβιτς.
Γυρνά στην Ελλάδα το 1965, αλλά το 1968 φυλακίζεται πάλι, από το καθεστώς των συνταγματαρχών αυτή τη φορά, για παράνομη δράση ενάντια στη χούντα.

Αποφυλακίζεται το 1971 με «ανήκεστο βλάβη» και ξεκινά ως μουσικός να παίζει στις μπουάτ της Πλάκας. Εκεί τον βρίσκει η μεταπολίτευση, όπου πλέον ελεύθερα τραγουδά τα τραγούδια της εθνικής αντίστασης.Χιλιάδες νέοι αλλά και μεγαλύτεροι άνθρωποι κατακλύζουν το μαγαζί της οδού Κυδαθηναίων όπου τραγουδά, επτά μέρες τη βδομάδα. Πολλές φορές κάνει τρεις παραστάσεις τη νύχτα ώστε να χωρέσουν όλοι όσοι ήθελαν να παρακολουθήσουν το πρόγραμμα.
Ήταν ο άνθρωπος που γνώρισε στους νεότερους το μουσικό, αλλά και ιστορικό έπος της εθνικής αντίστασης.

Ἐλεγεῖο πάνω στὸν τάφο ἑνὸς μικροῦ ἀγωνιστῆ

Πάνω στὸ χῶμα τὸ δικό σου λέμε τ᾿ ὄνομά μας.
Πάνω στὸ χῶμα τὸ δικό σου σχεδιάζουμε τοὺς κήπους
καὶ τὶς πολιτεῖς μας
Πάνω στὸ χῶμα σου εἴμαστε. Ἔχουμε πατρίδα.
Ἔχω κρατήσει μέσα μου τὴ ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ὁ φαρμακερὸς ἦχος τοῦ πολυβόλου.
Θυμᾶμαι τὴν καρδιά σου ποὺ ἄνοιξε,
κ᾿ ἔρχονται στὸ μυαλό μου
κάτι ἑκατόφυλλα τριαντάφυλλα
ποὺ μοιάζουνε
σὰν ὁμιλία τοῦ ἀπείρου πρὸς τὸν ἄνθρωπο
-ἔτσι μας μίλησε ἡ καρδιά σου.
Κ᾿ εἴδαμε πὼς ὁ κόσμος εἶναι μεγαλύτερος,
κ᾿ ἔγινε μεγαλύτερος γιὰ νὰ χωρᾷ ἡ ἀγάπη.
Τὸ πρῶτο σου παιγνίδι: Ἐσύ.
Τὸ πρῶτο σου ἀλογάκι: Ἐσύ.
Ἔπαιξες τὴ φωτιά. Ἔπαιξες τὸ Χριστό.
Ἔπαιξες τὸν Ἀη-Γιώργη καὶ τὸ Διγενῆ.
Ἔπαιξες τοὺς δεῖκτες τοῦ ρολογιοῦ ποὺ κατεβαίνουνε
ἀπ᾿ τὰ μεσάνυχτα.
Ἔπαιξες τὴ φωνὴ τῆς ἐλπίδας, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπῆρχε φωνή.
Ἡ πλατεῖα ἦταν ἔρημη. Ἡ πατρίδα εἶχε φύγει.
Ἦταν καιρός! Δὲ βάσταξε ἡ καρδιά σου περισσότερο
ν᾿ ἀκοῦς κάτω ἀπ᾿ τὴ στέγη σου τ᾿ ἀνθρώπινα μπουμπουνιτὰ τῆς Εὐρώπης!
Ἄναψες κάτω ἀπ᾿ τὸ σακκάκι σου τὸ πρῶτο κλεφτοφάναρο…
Καρδιὰ τῶν καρδιῶν! Σκέφτηκες τὸν ἥλιο, καὶ προχώρησες…
Ἀνέβηκες στὸ πεζοδρόμιο κ᾿ ἔπαιξες τὸν ἄνθρωπο!

Νικηφόρος Βρεττάκος

Για τελείωμα ένα από τα punk τραγούδια του Τζαβέλα…

29
Σεπ
10

sometimes…

Ένα από τα αγαπημένα μου…

23
Σεπ
10

σαββόπουλος και ψόφια άλογα

Άρε Σαββόπουλε τωρα πια τα πούλησες  όλα, τα τραγούδια σου, τα πιστεύω σου, τα πάντα (σου)… Και τι σου έμεινε καμιά καλομοίρα να βγαινει μέσα απο τούρτες … Εμάς τουλάχιστον μας εμεινε η μνήμη και δεν θα την πουλησουμε τόσο εύκολα…

19
Σεπ
10

Γενιά δίχως μέλλον

Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει
τη δική σου μελαγχολία
κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις
με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις.

Ανήκω σε μια γενιά που της έχουν δοθεί κατά καιρούς από διάφορους τυχοδιώκτες πολλοί χαρακτηρισμοί. Η γενιά του άρθρου 16, των 700 ευρώ, του Δεκέμβρη και πολλά άλλα, που κανένα δεν μπόρεσε να δώσει έναν ολοκληρωμένο ορισμό της για αυτό και χαθήκαν μέσα στον χρόνο. Ο πιο πλήρης χαρακτηρισμός που θα μπορούσα να σκεφτώ είναι  γενιά δίχως μέλλον, γιατί έχουμε άγνοια του παρελθόντος, αδhttp://moikanos.files.wordpress.com/2010/09/pod_sep2.jpg?w=427&h=285υναμία κατανόησης της σημερινής κατάστασης και  ζούμε σε μια χώρα που καταρρέει έχοντας δυσοίωνο μέλλον.

Αν κάτι μπορούμε να καταλάβουμε είναι πως ότι κάναμε τόσα χρόνια και σύμφωνα  με το κυρίαρχο status quo ήταν αναγκαίο για το μέλλον μας δεν μας εξασφαλίζει τίποτα. Ερχόμαστε λοιπόν σήμερα  αντιμέτωποι με αδιέξοδα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτιστικά και πολιτικά που δεν φανταζόμασταν ποτέ ότι θα βρούμε μπροστά μας και παράλληλα να έχουμε εμείς την ευθύνη να βρούμε απαντήσεις. Και τι μας έχει μείνει από όλα αυτά τα χρόνια που μας εθίσανε στην λογική  ότι το σώμα και το μυαλό  τα έχουμε για να καταναλώνουμε και όχι για να παράγουμε και να δημιουργούμε;

Δεν ξέρω ακριβώς αλλά σίγουρα εκείνη η αυθεντική αίσθηση της αλληλεγγύης, της ομαδικότητας και της κοινότητας που ζούσαμε κάθε φορά που βγαίναμε σε μια αλάνα μικροί για να συναντηθούμε με τους φίλους μας ή η αίσθηση της ελευθερίας κάνοντας ορθοπεταλιές, δεν μπορούν με τίποτα να ξεγραφτούν από την μνήμη μας ούτε από τα κοκτέιλ της κατανάλωσης ούτε της αποχαύνωσης …

Όμορφη είναι αυτή η στιγμή, να το ξαναπώ
όμορφη να σας μιλήσω
βλέπω πυρκαγιές
πάνω από λιμάνια πάνω από σταθμούς
κι είμαι μαζί σας.

Όταν ο κόσμος μας θα καίγεται
όταν τα γεφύρια πίσω μας θα κόβονται
εγώ θα είμαι εκεί να σας θυμίζω
τις μέρες τις παλιές.

15
Σεπ
10

Africa…

http://farm1.static.flickr.com/223/505266470_eb2a65dd1e.jpg

Ποίημα που έχει γράψει ένα παιδί από την Αφρική

http://www.ads4art.com/uploaded/Victor%20Vidal/hunger.jpg

Όταν γεννιέμαι, είμαι μαύρος
Όταν μεγαλώσω, είμαι μαύρος
Όταν κάθομαι στον ήλιο, είμαι μαύρος
Όταν φοβάμαι, είμαι μαύρος
Όταν αρρωσταίνω, είμαι μαύρος
Κι όταν πεθαίνω, ακόμα είμαι μαύρος
Κι εσύ λευκέ άνθρωπε
Όταν γεννιέσαι, είσαι ροζ
Όταν μεγαλώνεις, γίνεσαι λευκός
Όταν κάθεσαι στον ήλιο, γίνεσαι κόκκινος
Όταν κρυώνεις, γίνεσαι μπλε
Όταν φοβάσαι, γίνεσαι κίτρινος
Όταν αρρωσταίνεις, γίνεσαι πράσινος
Κι όταν πεθαίνεις, γίνεσαι γκρι
Και λες εμένα έγχρωμο;

http://www.artfromafrica.com/carrapide2.jpghttp://www.kamat.com/kalranga/deccan/dakhani/1097.jpghttp://www.africasartonline.com/blog/files/good-determination-african-art-paintings.jpghttp://stuartfloyd.co.uk/wp-content/uploads/2009/04/small-pic1-300x244.jpghttp://www.edunetconnect.com/cat/timemachine/images/scan1.gifhttp://farm4.static.flickr.com/3184/2762800222_465812df16.jpghttp://foodforthoughtafrica.org/files/images/IMG_1154.preview.jpghttp://www.stellenboschwriters.com/monalisa.gifhttp://www.tamensahfoundation.org/images/mothers_of_africa.jpg

11
Σεπ
10

Άκρως Επίκαιρο

08
Σεπ
10

Πίσσα και πούπουλα

Αναδημοσίευση από τον φίλο της φωτιάς οι μάγοι που περάσαμε το μεγαλύτερο μέρος των φετινών διακοπών μαζί …

Το τρελοβάπορο

Τι καλοκαίρι και τούτο! Πάλι ήμουν τυχερός και ταξίδεψα σ’ ένα σωρό μέρη και τώρα θα προσπαθήσω να διηγηθώ την ιστορία αυτή.

Από τον Αστακό της Αιτωλοακαρνανίας, στην όμορφη τοποθεσία με το απάνεμο λιμάνι και κάποιες μολυσμένες από τις ιχθυοκαλλιέργειες θάλασσες, όπου το πολλά υποσχόμενο eco κάμπινγκ απέτυχε σε διοργάνωση και συμμετοχή, βρεθήκαμε για ελεύθερο κάμπινγκ κάπου απέναντι, στο ημι-παρθένο νησάκι Κάλαμος. Ναυαγοί! Ανεβήκαμε σε μονοπάτια και περπατήσαμε μέχρι τον οικισμό για να προμηθευτούμε νερό και αναψυκτικά, φάγαμε τον άμπακο από κονσέρβες, μας πολιόρκησαν νυχτερίδες και τελικά μείναμε μέχρι αργά να παρατηρούμε τον έναστρο ουρανό και να σχολιάζουμε τις ανησυχίες μας για το σύμπαν και τον άνθρωπο (όπως είθισται φυσικά σε τέτοιες περιπτώσεις). Επιστροφή στον πολιτισμό (πφφ) το επόμενο βράδυ με μοχίτο (χεχε) στον Άγιο Νικήτα της Λευκάδας. Από τις θαλάσσιες σπηλιές στο Κάθισμα, ένα στραμπουληγμένο πόδι μας έστειλε στο νοσοκομείο Λευκάδας για να σπάσουμε πλάκα με τις νοσοκόμες και… τον άτυχο φίλο μας. Οι μέρες όμως έφτασαν για να αναχωρήσουμε για Πήλιο. Παίρνοντας λάθος δρόμο -ευτυχώς- από το Αγρίνιο, διασχίσαμε τα ψηλά βουνά της Ευρυτανίας, βγήκαμε φωτογραφίες με το εντυπωσιακό καμπαναριό του Προυσσού και από το πίσω κάθισμα ακούσαμε ιστορίες από την Αντίσταση, για τον Άρη, τον καπετάνιο του Ελάς. Στο Μεγάλο Χωριό φάγαμε κουνέλι και κατσικάκι μαγειρευτά και στο ιστορικό Μικρό Χωριό αποδώσαμε φόρο τιμής στους γενναίους ανθρώπους που αντιστάθηκαν. Αργά τη νύχτα φτάσαμε στην Άνω Γατζέα και με πρώτη ταχύτητα και αρκετό σασπένς ανεβήκαμε στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Στο αυτοοργανωμένο εναλλακτικό κάμπινγκ που στήθηκε εκεί τις επόμενες μέρες, συναντηθήκαμε παλιοί και νέοι φίλοι, βοηθήσαμε, συζητήσαμε, γνωρίσαμε ενδιαφέροντες ανθρώπους, μαγειρέψαμε, τραγουδήσαμε, κάναμε μπάνιο με κουβά στο παγωμένο ρυάκι και ακολουθήσαμε σιδηροδρομικές ράγες με το φακό για να βρούμε τις σκηνές μας. Βιώσαμε στην πράξη την αλληλεγγύη και τη συνεργασία, έννοιες ξεχασμένες ή στρεβλωμένες και δώσαμε ραντεβού για το επόμενο εναλλακτικό κάμπινγκ με την υπόσχεση ότι θα περάσουμε ακόμα καλύτερα. Ένα αυτοκίνητο γεμάτο καλούς φίλους, μερικές μεστές συζητήσεις και ένα γλυκό ηλιοβασίλεμα ήταν ο καλύτερος επίλογος για την επιστροφή στη Θεσσαλονίκη.
Από τον Παλιό Άγιο Παντελεήμονα (Πιερίας), όπου φάγαμε νόστιμα φαγητά (μπιφτέκι αγριογούρουνου!) και απολαύσαμε την καταπληκτική θέα, εκεί που η καφεπράσινη κακοτραχαλιά του βουνού συναντά τη λεία γαλάζια θάλασσα, και το κάστρο του Πλαταμώνα, βρέθηκα στη Θάσο, με το επιβλητικό Ψαριό και στους πρόποδές του την πρωτεύουσα, τον Λιμένα. Αποικία των αρχαίων Αθηναίων στο ιδανικότερο ίσως σημείο του νησιού, με το αρχαίο θέατρο να δεσπόζει σε ένα μοναδικό σημείο, από το οποίο οι θεατές έχουν θέα προς τη θάλασσα και τον κόλπο. Φίνα μάρμαρα στοιβαγμένα σε λατομεία που έχουν καταπληγώσει το βουνό, κατάρες για την άναρχη δόμηση, τη λεηλασία της φύσης και τον παρασιτικό τουρισμό και όνειρα για ένα μοντέλο Άλλης ανάπτυξης στους παραθεριστικούς προορισμούς.
Στη Μαρώνεια, τη γη των αρχαίων Κικόνων, στην αγαπημένη μου Θράκη με τους ζεστούς και φιλόξενους ανθρώπους, περιηγηθήκαμε με αρκετή δόση περιπέτειας έξω από το -λανθασμένα- υποτιθέμενο σπήλαιο του Κύκλωπα Πολύφημου, φάγαμε πεντανόστιμο φρέσκο ψάρι και μία χειροποίητη, αρκετά… «πρόστυχη» μελιτζανοσαλάτα, από τις χαμογελαστές αδερφές Ρούλα και Γιάννα, οι οποίες μάλιστα μας έστρωσαν κάτασπρο φρεσκοπλυμένο τραπεζομάντηλο και εμείς βέβαια υποσχεθήκαμε ότι θα τις ξανατιμήσουμε. Όχι μακριά από την Ξάνθη, λίγο μετά από τα συμπαθητικά χωριά Τοξότες και Γαλάνη, ακολουθώντας τη σιδηροδρομική γραμμή που πρώτος κατασκεύασε ένας Οθωμανός σουλτάνος το 19ο αιώνα για να ενώσει την Πόλη με τη Δύση, οδηγηθήκαμε στα περίφημα Στενά του Νέστου και βουτήξαμε στα κρύα νερά του ποταμού που διασχίζει μεγαλοπρεπής και αγέρωχος ψηλές απόκρημνες όχθες και καλοστρωμένες απαλές αμμουδιές.
Σχέδια για Σαμοθράκη. Μαζευόμαστε, ξεκινάμε. Ασυνήθιστο νησί, μοιάζει με κομμάτι από βουνό πεταμένο στη θάλασσα, πλούσιο σε νερά και βλάστηση και μυστηριακό ήδη από την αρχαιότητα. Γυμνιστές, νεοχίπηδες και χύμα-εναλλακτικοί «επαναστάτες» τζίβα-ρίζλα συνθέτουν μία Γούντστοκ κατάσταση με μπόλικο λαϊφστάιλ παρά περιεχόμενο. Ποιος νοιάζεται; Όλοι κάμπινγκ «ανοργάνωτο» και το βράδυ μάζεμα και παρεΐστικο άραγμα στα Θέρμα. Το οτοστόπ είναι τελικά γαμάτο και είναι στάνταρ κατάσταση στο νησί, εξάλλου «όποιος έχει αυτοκίνητο στη Σαμοθράκη το μοιράζεται». Αργά τη νύχτα οριζοντιωθήκαμε στην παραλία κάτω από τον αστροκατάστικτο ουρανό, όπου και εμπνευστήκαμε και θεμελιώσαμε το… κίνημα του «αστρογυμνισμού» [σημ. θρησκειολογικά: γυμνοαστρισμός κατά το ζωροαστρισμός], που προϋποθέτει την παρατήρηση αστεριών και πεφταστεριών και την ανάπτυξη θεωριών για τη ζωή και το θάνατο όντας τσίτσιδος. Στις βάθρες του Φονιά, περπατήσαμε και ανεβήκαμε μονοπάτια, βουτήξαμε στα δροσερά νερά και ήπιαμε πικρό και κρυστάλλινο νερό από τα αφρισμένα καταρρακτάκια. Στη Χώρα, κάτσαμε για καφέ στο Κάστρο αλλά για το περιβόητο γλυκό πίσσα-πούπουλα μάθαμε κατόπιν εορτής (ένας φίλος πάντως εξέφρασε αρκετά αυθόρμητα την ιδέα να αποχωρήσει από το νησί με πίσσα και ροζ πούπουλα). Το επόμενο μεσημέρι, αντί για τη βάθρα Γριά Βάθρα προτιμήσαμε την ταβέρνα Γριά Βάθρα με τις φανταστικές σπεσιαλιτέ (μιάμ!). Κάναμε συντροφιά με μία όμορφη παρέα και την τελευταία μέρα αφού σκαρφαλώσαμε στις βάθρες στον Γρηγοράκη (!) καταλήξαμε όλοι μαζί στη Γριά Βάθρα –που δεν την αλλάζουμε με τίποτα!- όπου συμποσιασθήκαμε επί πέντε ώρες κουβεντιάζοντας και γελώντας και αποχωρήσαμε πανευτυχείς και με μερικά έξτρα κιλά (κυρίως μπύρας). Επίλογος: ένα κρύο ντους με φόντο τη χαραυγή! Τι καλύτερο;


κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα
03
Σεπ
10

from serbia with love…

03
Σεπ
10

Καλό Χειμώνα

Ας κρατήσουν οι χοροί

Ας κρατήσουν οι χοροί
και θα βρούμε αλλιώτικα
στέκια επαρχιώτικα βρε
ώσπου η σύναξις αυτή
σαν χωριό αυτόνομο να ξεδιπλωθεί

Mέχρι τα ουράνια σώματα
με πομπούς και με κεραίες
φτιάχνουν οι Έλληνες κυκλώματα
κι ιστορία οι παρέες

Kάνει ο Γιώργος την αρχή
είμαστε δεν είμαστε
τίποτα δεν είμαστε βρε
κι ο Γιαννάκης τραγουδεί
άμα είναι όλα άγραφα κάτι θα βγει

Kαι στης νύχτας το λαμπάδιασμα
να κι ο ʼλκης ο μικρός μας
για να σμίξει παλιές
κι αναμμένες τροχιές
με το ροκ του μέλλοντός μας

O ουρανός είναι φωτιές
ανεμομαζώματα
σπίθες και κυκλώματα βρε
και παρέες λαμπερές
το καθρεφτισμά τους στις ακρογιαλιές

Kι είτε με τις αρχαιότητες
είτε με ορθοδοξία
των Eλλήνων οι κοινότητες
φτιάχνουν άλλο γαλαξία

Να κι ο Mπάμπης που έχει πιει
κι η Λυδία ντρέπεται
που όλο εκείνη βλέπετε βρε
κι ο Αχιλλέας με τη Zωή
μπρος στην Πολαρόιντ κοιτούν γελαστοί

Τότε η Έλενα η χορεύτρια
σκύβει στη μεριά του Τάσου
και με μάτια κλειστά
τραγουδούν αγκαλιά
Εθνική Ελλάδος γεια σου

Τι να φταίει η Bουλή
τι να φταιν οι εκπρόσωποι
έρημοι και απρόσωποι βρε
αν πονάει η κεφαλή
φταίει η απρόσωπη αγάπη που ‘χε βρει

Mα η δικιά μας έχει όνομα
έχει σώμα και θρησκεία
και παππού σε μέρη αυτόνομα
μέσα στην τουρκοκρατία

Να μας έχει ο Θεός γερούς
πάντα ν’ ανταμώνουμε
και να ξεφαντώνουμε βρε
με χορούς κυκλωτικούς
κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς

Και στης νύχτας το λαμπάδιασμα
να πυκνώνει ο δεσμός μας
και να σμίγει παλιές κι αναμμένες τροχιές
με το ροκ του μέλλοντός μας

10
Αυγ
10

Φυγή..

Αμίλητη, κυνηγημένη
φτάνει σ’ ερειπωμένο τοίχο·
στηρίζεται και περιμένει
ένα κελάηδημα, ένα στίχο.
Γύρω το δάσος με τις μπόρες
φεύγει σαν πλοίο στην τρικυμία.
Κ’ ήτανε ημέρες ανθοφόρες
-— επέρασαν -— κ’ ήτανε μία…
Τώρα την άβυσσο ρωτάει
πώς βρέθηκε άξαφνα δωπέρα,
ενώ στα μάτια της κρατάει,
φως όλη, εκείνη την ημέρα.
Ψυχή, λησμόνει τα όνειρά σου.
Ήρθες, πουλί στην καταιγίδα,
κ’ εχάρισες όλου του δάσου
την τελευταία μας ελπίδα.

Κώστας Καρυωτάκης

09
Αυγ
10

Μιλώ…

Μιλῶ…

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

03
Αυγ
10

Ένα καυτό Αυγουστιάτικο μεσημέρη

Εκεί που οι καυτές ακτίνες του αυγουστιάτικου ήλιου συντονίζονται με την βοή από τα ξεχασμένα αυτοκίνητα των άσχημων μητροπόλεων βρισκόμαστε και εμείς, προσπαθώντας να φανταστούμε όμορφες παραλίες, βράδια που το κρασί συνδυάζεται με τον καπνό από ενα τσιγάρο και περικυκλώνεται από λογια και συναισθήματα για όλα αυτα που χάσαμε, για όλα αυτα που θα γνωρίσουμε… Όταν μετρούσες τι μπορείς η γη δεν σε χωρούσε και όμως γρήγορα κάτι θα σου αποσπάσει την προσοχή και θα χάσεις το μέτρημα και τον εαυτό σου αναλώνοντας τον στην κατανάλωση ουσιών και ατόμων. Και αυτή η κατάσταση που ο χρόνος δεν κοιλάει με τίποτα είναι τόσο ίδια με εκείνες τις μέρες που οι ρυθμοί κινούνται τόσο γρήγορα γιατί σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν μπορείς να βρεις τον εαυτό σου εκεί μέσα και γίνεσαι κάτι άλλο ένας οργανισμός ψυχρός, απόμακρος και σκληρός που δεν έχει πια πρόσωπο μα ένα φανταχτερό προσωπείο και έχει χτίσει  ψηλό τείχος για να μην μπορεί κανείς πια να τον πλησιάσει. Ότι είχε για να στηριχτεί το έχει γκρεμίσει και όμως έχουν μείνει ακόμα τα θεμέλια απλά πρέπει να ψάξεις βαθειά για να τα βρεις και να ξαναχτίσεις απο πάνω όχι πια τείχος αλλά κάτι για να χωράν και οι άλλοι. Ίσως να σε βοηθήσουν και αυτοί στο χτίσιμο, συνεπαρμένοι από εκείνη την τόσο όμορφη παράδοση  των παλιών  οικοδόμων, που ο ένας έχτιζε το σπίτι του άλλου…

03
Αυγ
10

ΜΠΑΡΜΠΑ-ΓΙΆΝΝΗ ΜΑΚΡΥΓΙΆΝΝΗ

ΛΟΓΩΣ ΠΕΡΙ ΞΕΝΟΚΡΑΤΙΑΣ

Δια τους αγωνιστάς και χήρες κι αρφανά και δια κείνους οπού θυσιάσαν το εδικό τους εις τον αγώνα της πατρίδος, και ήτον νοικοκυραίοι και τώρα είναι διακοναραίοι, δεν έχει ψωμί η πατρίδα δι΄ αυτούς όλους, είναι φτωχή, και δια τον Αρμπασπέρη έχει, οπούρθε ψωργιασμένος κόντης κι΄ έφυγε μ΄ ένα μιλιούνι τάλαρα κι΄ αγόρασε εις την πατρίδα του έναν τόπον και τον έβγαλε «Ελλάς» και μουτζώνει εμάς τους ανόητους Έλληνες αυτός και οι άλλοι οι Μπαυαρέζοι και οι φίλοι τους οι εδικοί μας; Που ΄ναι τόσα μιλιούνια δάνεια, που είναι οι πρόσοδοι, που ΄ναι οι καλύτερες γες, που ΄ναι οι μύλοι, που ΄ναι τ΄ αργαστήρια των Τούρκων και σπίτια, που είναι τα περιβόλια και οι σταφιδότοποι; Ποιός τάχει παρμένα; Ο Αρμασπέρης με τους άλλους Μπαυαρέζους έδιναν των δικών μας των χαραμοταϊσμένων αυτά όλα και τους στράβωναν , κι αυτήνοι πήραν τα χρήματα και τα παίρνουν ολοένα.

Σας ερωτώ, εσάς τους Εκλαμπρότατους και μεγαλόγνωσους πολιτικούς της Ελλάδας αρχή και τέλος. Αν ήρθατε από καλοσύνη σας να μας φωτίσετε, να μας λευτερώσετε, διατί να χυθούν αυτά τα αίματα οπού χύθηκαν και η πατρίδα να είναι εις την κατάστασιν οπού είναι ως την σήμερον, και να γένη αυτήνη η δυστυχία γενικώς εις τους τιμίους ανθρώπους; Και να θέλουν οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, οι Ρούσοι, οι Αουστριακοί ή άλλο κράτος να μας κυβερνήσουν με το μέσον το δικόν σας;

09
Μάι
10

1974-2010… μαλαματένια λόγια

Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές
τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χθες
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές

Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία
και να ‘σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ’ αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ’ το παλιό μαρτύριο να ‘χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά

Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του ʼδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά

Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας μέρα κακή[Παρασκευή]
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς

03
Μάι
10

vivaldi η άνοιξη

30
Απρ
10

Σωτηρία Μπέλου

26
Απρ
10

Βραδυνές ποιητικές ανιχνεύσεις..

Παράδεισος

Λεύτερος νά ῾σαι δοῦλος ὁποιανοῦ,
λεύτερος νὰ μιλᾷς, ὅταν κοιμᾶσαι,
λεύτερος, χρόνια νὰ τὰ κυνηγᾷς
τῶν Γιούρων τὰ ποντίκια μὴ σὲ φᾶνε.

Στὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς σου νὰ χιλιάζουν
τὰ ψέματα – τῆς μύγας τὰ σκουλήκια -,
νά ῾σαι τῆς Ἱστορίας γελοιογράφος,
ἀφέντης δίχως πιθαμὴ δικιά σου.

Σὰν τὴ στέρφα γουρούνα τ᾿ Ἅι-Ἀντώνη,
μισότυφλη ἀπὸ πάχητα καὶ νύστα,
νὰ νείρεσαι πὼς κολυμπᾷς σὲ κάτουρα
καὶ ξερατά, γρυλίζοντας: «παράδεισος»!

Κώστας Βάρναλης

Τὸ παιδὶ μὲ τὴ σάλπιγγα

Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν πᾶς ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις περιπατητικὸ ἀστέρι ἢ ξύλα
ἀναμμένα γιὰ τὰ Χριστούγεννα-στὸ τζάκι τοῦ Νέγρου
ἢ τοῦ Ἕλληνα χωρικοῦ. Νὰ τὴν κάνεις ἀνθισμένη μηλιὰ
στὰ παράθυρα τῶν φυλακισμένων. Ἐγὼ
μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχω ὡς αὔριο.
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν κάνεις τὶς νύχτες
ὁρατὲς νότες, ἔγχρωμες,
στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.

Νὰ τὴν κάνεις ἀγάπη.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Ἡ φοβερὴ πατρίδα μου

Ἄθλιος καιρὸς στὴ φοβερὴ πατρίδα μου
καὶ λίβας ἀνελέητος σκληρὸς τοῦ Ἰουλίου!

Τὴν πεθαμένη ταξιδεύαμε τὴ μάνα μας
μὲ τὸ βαγόνι τῆς γραμμῆς
κόσμος πολὺς μέσα στὸ διάδρομο καὶ ἡ ἀποθήκη του γεμάτη
μὲ μπαοῦλο, οἰκοσκευές,
καὶ ἀνάμεσά τους, στὰ ψηλά, τὸ φέρετρό της
ἔτσι καθὼς πηγαίναμε παλιὰ κουτί, στῶν συγγενῶν μας,
μὲ κοῦκλες, τὰ παιδιά.

Τὸ κοιμητήριο ἥσυχο, ὅταν ἐφτάσαμε μετά,
τῆς φοβερῆς πατρίδας μου,
καὶ πρόσχαροι οἱ συμπατριῶτες μας καὶ γελαστοί τους ὅλοι
στὶς φωτογραφίες τους ἐπάνω στοὺς σταυροὺς
οἱ νεόκτιστες ἀνάμεσα βεράντες καθισμένοι καὶ ὀρτανσίες
ἐνῷ φυσοῦσε θάνατος στὴ μάντρα, ὁ ἥλιος τοῦ σπιτιοῦ
κι ἕνα κομμάτι ἀπὸ σῶμα ἑρπετοῦ
μυρμήγκια τὸ τραβοῦσαν στὴ φωλιά, μυρμήγκια τὸ τραβοῦσαν.

Ὁ Βιβάλντι κάποτε μικρὰ ἔφερνε, κοριτσάκια, στὸ σαλόνι
(σταθήκαμε γιὰ μία στιγμὴ ὅλοι θυμούμενοι καὶ πάλι)
μὲ κρινολίνα στὶς μαργαρῖτες χόρευαν,
καὶ χωράφια τῆς παιδικῆς εὐφροσύνης
μὲ σύννεφα καὶ χιλιάδες ἀρκαδίες, ὁ Μπρέγκελ, καὶ ζῷα,
καὶ ἀνάμεσά τους μιὰ ἀγελάδα εἰρηνικὴ
νὰ περνᾷ τὸ σούρουπο μόνη
μὲ τοὺς μαστούς της δυὸ λάμπες φωτοφόρες
τῶν ἑκατὸ κηρίων ἡ κάθε μία, καὶ κότες καὶ λίμνες,
καὶ σκάφες πλυσίματος μὲ χοντρὲς χωρικὲς ἔφερνε.

Ἐκείνη ποὺ κατέβηκε στὸν ποταμὸ
μὲ τὸ λευκὸ χιτῶνα της νὰ βαπτισθεῖ
ἔχει τὰ πόδια της γυμνὰ κι ἔχει λαιμὸ γιὰ σφάξιμο
Τὰ παιδάκια τραγουδοῦσαν μὲ τὰ μαντολῖνα–
ἀγόρια τρέχουν ἀνυποψίαστα
νὰ πιάσουν στὰ νερὰ τὸ σταυρὸ
χρυσίζει σὰν ψάρι τὸ κρᾶμα στὴν κοίτη,
ᾖρθα νὰ σὲ πάρω, τῆς λέει ἐκεῖνος ὁ ἄγνωστος,
μὰ εἶναι τὰ μάτια μου μπλὲ ὅπως ὁ οὐρανὸς
κι ὅπως αὐτὸς δὲν βλέπουν,
οἱ φωνὲς ἀπὸ τοὺς αἴνους λάμψη τὸ μεσημέρι
καὶ ὁ προδότης ἔχει ἀνήσυχο τὸ μάτι
τὶς κρύες φακές του στὸ χάνι, τρώγοντας, τῆς ὁσίας,
οἱ φλαμουριὲς ἔξω τὸν συντροφεύουν
καὶ τρέμουν οἱ λεῦκες σὰν τὸ κορμί του.»

Δύσκαμπτη πατρίδα, σικελική!

Βατομουριὲς σκονισμένες
καὶ σχοίνα ποὺ τὰ παντελόνια τραβολογοῦν!

Συναλλαγές, ψευτιές, ἐνῷ ὁ «Πάντσο» ἰδοὺ
στὴν ταινία τοῦ ὑπαίθριου
νὰ χτυπήσει τὸ Νότο λέει τὸ βράδυ κατεβαίνει
σέρνει μαζί του τομάρια
ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ τά ῾χουν οἱ πόρνες σὰν ἀδελφάκια τους
κι ἔχουν οἱ ἴδιοι τὸ πιστόλι γιὰ παιχνίδι,
χαροτρομάζουν ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν πατέρα τους,
τραυματίζουν τὴ μάνα τους γιὰ ἐπίδειξη
καὶ κάνουν τὸ γειτονόπουλό τους νὰ τρέχει σὰν τὸ κοκόρι,
βρωμᾶνε τὰ χνότα τους πιοτό,
ἀπὸ αὐγουστιάτικους κάμπους ποὺ καῖνε τὸ ἄχυρο
κι ἀπὸ μικρὰ φιλέρημα μέσα νεκροταφεῖα, περνοῦν.

Μιὰ φωνή μου φώναζε χθὲς στὸν ὕπνο
«Ἔλα νὰ δεῖς τὰ στέκια σου
ποὺ ἔτρεξες –μοῦ ἔλεγε– παιδί»,
«ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ δῶ τὰ στέκια μου
γιατὶ εἶναι ἡ καρδιά μου κάρβουνο –τῆς ἀπαντοῦσα–
«ἔλα νὰ δεῖς τὰ πρῶτα σου τὰ χρόνια
καὶ τὶς πηγὲς τὶς δροσερές, ἔλα», μοῦ ξαναέλεγε ἡ φωνή!

Ἕναν τόπο ζητοῦσα ὅπου ὁ ἀρτοποιὸς θὰ κάνει τὸ ψωμὶ
ὅπως τότε ποὺ ὁ φοῦρνος μύριζε τὴ νύχτα,
τὰ ροῦχα θὰ πλένονται στὸν κῆπο
μὲ ὅλες τὶς ἀτέλειες ποὺ ἀφήνει τὸ χέρι
καὶ ὁ τεχνίτης τοῦ σίδερου
θὰ λιώνει τὸ μέταλλο μὲ πρωτόγονους τρόπους
–τοῦ γύρεψα ἕναν ἀναπτῆρα αὐτοσχέδιο γιὰ ἐνθύμιο,
ἔψαξε– «πᾶρε –μοῦ εἶπε– αὐτὸν
μπορεῖ καὶ νὰ τὸν ἔχει φτιάξει ὁ θεῖος σου
δούλευε κάποτε ἐδῶ, πέθανε καὶ δὲν τὸν γνώρισες»,
τὰ ἀπαιτούμενα τοῦ ἔβαλε, τὸν ἄναψε,
τὸ πρόσωπό του μέσα στὶς τσακμακιὲς ἔπαιξε, φωτίστηκε,
ὅπως ἄστραφτε, μικροί, τὸν Ὀκτώβριο,
πρὶν ἀρχίσουμε, δωδεκαετεῖς, τὸ σχολεῖο.

Ὢ πατρίδα, αἰώνια ταραχὴ τῆς πρώτης ἐρωμένης.

Ὢ ζωὴ κομμένη στὴ μέση,
καὶ ὦ νεότητα ἀπὸ τότε, τέλος, τραυματισμένη
σὰν ἕνα κοριτσάκι μὲ τὸ καλό του φόρεμα
ποὺ ἰσορροποῦσε πάνω στὴν ἐγκαταλειμμένη
γραμμὴ τοῦ τραίνου, ἰσορροποῦσε.

Γιῶργος Μαρκόπουλος

Κυριακὴ

Κύματα Κυριακῆς τὰ μάτια μου
κύματα μοναξιᾶς τὰ χέρια μου
τρίζουν ἀπὸ ὕπνο ἀθῷο
τὰ δόντια μέσα στὴν καρδιά μου

τὸ πεθαμένο τὸ παιδί

δὲν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ἕνα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στὸ μαντίλι

τέρατα περπατοῦν
ἀνάποδα στὰ ὄνειρα
φυσάει ἕνας ἄγριος ἀέρας
πάνω ἀπ᾿ τὶς λεμονάδες
πετάει μιὰ νυχτερίδα
σὰν πικραμένο εὐαγγέλιο

μ᾿ ἕνα μαῦρο πανὶ
μία γυναίκα
σκεπάζει τὸ φεγγάρι

Μίλτος Σαχτούρης

26
Απρ
10

like a rolling stone

22
Απρ
10

Πολιτισμική κρίση


Απόσπασμα από την ιδρυτική διακύρηξη της Αυτόνομης Πρωτοβουλίας Φυσικού

Πολιτισμική κρίση


Η οικονομία και η αγορά ισχυροποιείται όσο γίνεται παγκόσμια. Κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί καθώς η παγκόσμια οικονομία πρέπει να αφορά μια παγκόσμια κοινωνία που θα είναι αποκομμένη από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τόπου και λαού. Η πολιτική λοιπόν του νεοφιλελευθερισμού δεν μπορεί παρά να είναι μια πολιτική αναίρεσης και επαναπροσδιορισμού των κοινωνιών με βάση ένα  ενιαίο  πρότυπο συνυφασμένο με την κατανάλωση ως αυταξία, την παραγωγή και την δημιουργία ως εμπόρευμα, τον άνθρωπο ως μονάδα. Για αυτόν ακριβώς το λόγο ο νεοφιλελευθερισμός επέλεξε να είναι ο μεγαλύτερος ριζοσπάστης, να αποκόψει τους ανθρώπους και τους λαούς από το παρελθόν τους, την ιστορία τους, τις ρίζες τους. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας και ιδιαίτερα η τηλεόραση που εισέβαλε σε όλα σχεδόν τα σπίτια βοήθησε στη διάδοση του Αμερικάνικου ονείρου, και ο γκεμπελισμός, ως μέσο πειθούς, προσπάθησε να μετατρέψει τους ανθρώπους σε Αμερικάνους.

Η αναίρεση των ταυτοτήτων ξεκινάει αρχικά ως η βάση οικοδόμησης των ΗΠΑ. Μια πληθώρα εθνοτήτων σχηματίζουν ένα νέο έθνος με λογική κράτους που θα διασφαλίσει την εγκατάσταση των αποικιοκρατών στα εδάφη των ιθαγενών. Έτσι, λειτούργησε ως στέγη για όλους όσους θέλησαν να απαρνηθούν τη συλλογική τους αφετηρία και να αφεθούν σε ένα τυχοδιωκτικό κυνήγι του χρήματος με σημείο αναφοράς τον εαυτό τους και μόνο. Η αναλογία της κατεύθυνσης της Αμερικής τότε, με αυτή του νεοφιλελευθερισμού σήμερα είναι πασιφανής. Ο επιτυχημένος καριερίστας είναι ο σύγχρονος τυχοδιώκτης που δεν γνωρίζει συλλογικούς περιορισμούς στο κέρδος που θα εισπράξει εις βάρος της κοινότητας. Η διαφοροποίηση έγκειται πλέον στο ότι εμπόρευμα δεν αποτελούν μόνο οι φυσικοί πόροι, εμπόρευμα αποτελούν τα πάντα  Βάσει αυτού έγινε μια απίστευτη αντιστροφή: πλέον δεν είναι οι ταυτότητες αυτές που καθορίζουν  το εμπόρευμα, αλλά το εμπόρευμα που τις καθορίζει. Έτσι μπορεί αυτός που έχει ράστα μαλλί και πίνει μπύρες στη Ναυαρίνου να αυτοαποκαλείται αναρχικός και αυτός που αγοράζει πολυτελές τζιπ και το λερώνει επιτηδευμένα με σπρέι λάσπης, πηγαίνοντας με αυτό στα «μπουζούκια» να εκφράζει τη λαϊκή δεξιά.

Αυτή η επιτηδευμένη μετάβαση από το τοπικό στο παγκόσμιο, η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αγορά δημιουργεί  αντιφάσεις στο κομμάτι του πολιτισμού. Είναι λοιπόν η ίδια άρχουσα τάξη που επικαλείται την «εθνική ομοψυχία» και από την άλλη κοκορεύεται πως είμαστε Ευρωπαίοι, που ρίχνει βιτριόλι στην Κ. Κούνεβα και παράλληλα μιλάει για αντιρατσισμό και «πολυπολιτισμό» για να εξασφαλίσει φτηνότερο εργατικό δυναμικό, που καταστρέφει αρχαιολογικούς χώρους για να φτιάξει πεντάστερα ξενοδοχεία και αναθέτει στους ακαδημαϊκούς – αυλικούς της την συγγραφή των νέων βιβλίων ιστορίας , που περιλαμβάνει παραδοσιακούς χορούς σε πολυτελείς εκδηλώσεις, αλλά και καταστρέφει την αγροτική ανάπτυξη και ερημώνει τα χωριά στέλνοντας τη νεολαία στις μεγαλουπόλεις. Είναι ακριβώς αυτή η άρχουσα τάξη που δεν μπορεί παρά να προκαλεί σύγχυση στο λαό και να τον απομακρύνει από τις ρίζες, τις αξίες, την ιστορία και την ταυτότητα που μέχρι πριν λίγα χρόνια τον όριζε, να εντείνει το χάσμα των γενεών και να μας αναγκάζει να παραδεχτούμε με λύπη ότι βιώνουμε πολιτισμική κρίση.

Θέλουμε να τονίσουμε πως η παράδοση, ο πολιτισμός και η ιστορία κάθε τόπου και κάθε λαού πάντα αποτελούσε δίαυλο επικοινωνίας, μέσο συλλογικοποίησης, χαρακτηριστικό ομοιογένειας και εν τέλει κινητοποιητικό και αντιστασιακό στοιχείο. Αυτό είναι κάτι που το Κεφάλαιο αντιλαμβάνεται και θεωρεί εχθρό στα αντικοινωνικά προτάγματά του. Η πολιτισμική κρίση  λοιπόν, είναι η συνέπεια του πολέμου της λαϊκής κουλτούρας με την κουλτούρα του Κεφαλαίου.

22
Απρ
10

Ασκητική

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.

Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι΄ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.

Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:
α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.

Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.

Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα, ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.

Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ΄ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ΄ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.

Όλο το βιβλίο εδώ




Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚή ΕΠΑΝάΣΤΑΣΗ ΜέΣΑ ΜΟΥ…

Αποφάσισα να επαναλειτουργήσω αυτό το blog μετά από μια πορεία 2,5 χρόνων, με μια διαφορετική λογική από αυτή που το έφτιαξα. Από εδώ και μπρος θα είναι μια προσπάθεια να βρούμε την χαμένη μας ανθρωπινότητα μέσα από ήχους, στίχους, ποιήματα, εικόνες και ότι άλλο προκύψει.. Ο Ιθαγενής Μοϊκάνος Υ.Γ. Ευχαριστώ τον συντροφο Τσιπιρίπο που χωρίς να το ξέρει με ώθησε να επαναλητουργήσω το blog.

 

Ιανουαρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.